αμάζευτος


αμάζευτος
[амазэфгос] εκ. несобранный, неубранный,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αμάζευτος" в других словарях:

  • αμάζευτος, -η, -ο — και αμάζω(χ)τος, η, ο επίρρ. α 1. αυτός που δε μαζεύτηκε, δε συγκομίστηκε: Το κρύο είχε δυναμώσει, και τις ελιές τις είχαν αμάζευτες. 2. αυτός που δε συμμαζεύεται, που γυρίζει εδώ κι εκεί: Ήταν άνθρωπος αμάζευτος, γι αυτό δεν έκαμε προκοπή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμάζευτος — (και αμάζωχτος και αμάζωτος), η, ο [μαζεύω] αυτός που δεν μαζεύεται ή δεν μαζεύτηκε και ειδικά: 1. (για καρπούς, άνθη κ.λπ.) αυτός που δεν έχει συλλέγει, ο ασυγκόμιστος 2. αυτός που δεν στοιβάχθηκε, ασώρευτος, αστοίβαχτος 3. για το σπίτι κυρίως)… …   Dictionary of Greek

  • άδρεπτος — η, ο (Α ἄδρεπτος, ον) [δρέπω] αυτός που δεν τόν περισυνέλεξαν, άκοπος, ατρύγητος, αμάζευτος …   Dictionary of Greek

  • άμαστος — (I) η, ο (Α ἄμαστος, ον) [μαστός] αυτός που δεν έχει μαστούς. (II) η, ο αυτός που δεν μαζεύτηκε, ο αμάζευτος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + μάζω «μαζεύω», αόρ. έμασα] …   Dictionary of Greek

  • άφθαστος — και άφταστος, η, ο 1. εκείνος τον οποίο δεν μπορεί να φθάσει ή να προλάβει κανείς λόγω της ταχύτητάς του 2. εκείνος τον οποίο δεν μπορεί κανείς να φθάσει λόγω του ύψους («άστρο άφταστο») 3. (για καρπούς που μαζεύονται με τα χέρια) ο αμάζευτος 4.… …   Dictionary of Greek

  • αμάζωτος — η, ο βλ, αμάζευτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + μαζωτός < μαζώνω] …   Dictionary of Greek

  • αμάζωχτος — η, ο βλ. αμάζευτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερητ. + μαζωχτός < μαζώχνω, παράλλ. τ. τού ρήμ. μαζώνω] …   Dictionary of Greek

  • ασυγκέντρωτος — η, ο 1. αυτός που δεν έχει συγκεντρωθεί, ο αμάζευτος 2. εκείνος που δεν συγκεντρώνει την προσοχή του σε κάτι …   Dictionary of Greek

  • ασυγκόμιστος — η, ο (Α ἀσυγκόμιστος, ον) [συγκομίζω] ο αμάζευτος …   Dictionary of Greek

  • ασυμμάζευτος — και μάζωχτος και μαζωτος, η, ο 1. αμάζευτος, ασύναχτος 2. ακατάστατος, απεριποίητος, ασυγύριστος 3. αυτός που δεν μπορεί να περιοριστεί, ο ασυγκράτητος …   Dictionary of Greek